ηθοποιός


ηθοποιός
Εκείνος που ερμηνεύει ή αυτοσχεδιάζει μια θεατρική δράση όπου υποδύεται ένα πρόσωπο. Ερμηνευτής είναι ο η. που χρησιμοποιεί τα λόγια άλλων, δηλαδή ενός γραπτού κειμένου που έχει αυτόνομη λογοτεχνική αξία· αυτοσχεδιαστής είναι ο η. που παραμερίζει τη δυάδα κείμενο-θέαμα επινοώντας ή δημιουργώντας o ίδιος, με το να εμφανίζεται δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο, ως συγγραφέας ενός κειμένου που δεν έχει όμως διατυπωθεί οριστικά. Στην εποχή μας στην εξάρτηση του η.-ερμηνευτή από τον συγγραφέα έχει προστεθεί η εξάρτηση από τον σκηνοθέτη, που παρουσιάζεται ως υπερ-ερμηνευτής του κειμένου ή ως συντονιστής της εργασίας των η. Η ερμηνεία πραγματοποιείται σε άμεση (θέατρο) ή έμμεση (κινηματογράφος, ραδιόφωνο, τηλεόραση) επαφή με το κοινό. Στον κινηματογράφο η εξάρτηση του η. από τον σκηνοθέτη είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι είναι στα άλλα είδη θεαμάτων, γιατί εδώ η εργασία του η. είναι αποσπασματική και ασυνεχής: το τελικό αποτέλεσμα το προβλέπει η σκηνοθεσία και το πραγματοποιεί το μοντάζ, ενώ ο η. μόλις που το μαντεύει. Το ότι ενίοτε υπάρχει ντουμπλάρισμα, δηλαδή το γεγονός ότι εκλείπει η ανάγκη μιας ιδιότητας του η. που άλλοτε ήταν ουσιαστική (φωνή, τονισμός), αφαιρεί και αυτό από τον η. του κινηματογράφου την εντελώς προσωπική φυσιογνωμία του. Η αρχαιότερη μαρτυρία σχετικά με τον η. είναι ένα κείμενοαπό τις Βέδες που αποδίδεται στον Μπαράτα, όπου περιέχονται συστάσεις τελετουργικού χαρακτήρα στους η.-ιερείς του πρωτόγονου ινδικού θεάτρου. Πλούσιο είναι και το εικονογραφικό υλικό των Κινέζων που αναφέρεται σε η. (όχι όμως και οι γραπτές μαρτυρίες). Όσο για τη Δύση, η παράδοση αναφέρει ότι o η. εμφανίστηκε στην Ελλάδα όταν o Θέσπις, στα Μεγάλα Διονύσια του 534 π.Χ., ξεχώρισε από τον Χορό και άρχισε να συνδιαλέγεται μαζί του (ονομάστηκε ακριβώς υποκριτής, γιατί αποκρινόταν σε εκείνα που έλεγε ο Χορός). O μοναδικός η. (πρωταγωνιστής) άρχισε σιγά-σιγά να υποδύεται περισσότερα πρόσωπα. O Αισχύλος, εισάγοντας και δεύτερο η. (δευτεραγωνιστής), έκανε δυνατό τον διάλογο μεταξύ των η. στη σκηνή. O Σοφοκλής προσέθεσε και τρίτο πρόσωπο (τριταγωνιστής)· τέταρτο πρόσωπο όμως μόνο στην τελευταία φάση του αρχαίου ελληνικού θεάτρου άρχισε να παρουσιάζεται, και μάλιστα σπάνια. O Αισχύλος ερμήνευε συχνά ο ίδιος τις τραγωδίες του, όπως και άλλοι τραγικοί – όχι όμως o Σοφοκλής ούτε ο Ευριπίδης. Οι επαγγελματίες η. εκπαιδεύονταν στην απαγγελία σε ανοιχτό χώρο, σε τεράστια θέατρα· επίσης στο τραγούδι, στον χορό, στην ερμηνεία διαφόρων ρόλων (άντρες έπαιζαν και τους γυναικείους ρόλους) χρησιμοποιώντας προσωπεία μόνιμου μορφασμού, πάντα θλιμμένα στην τραγωδία και πάντα γελαστά στην κωμωδία. Η χρήση του προσωπείου διευκόλυνε τη μετάβαση από τον έναν ρόλο στον άλλο, γιατί δεν υπήρχε ένα ζήτημα έκφρασης του προσώπου, απαιτούσε όμως ιδιαίτερη ικανότητα στις χειρονομίες. Επειδή υποδύονταν ήρωες και θεότητες, οι η. έπρεπε να φαίνονται πολύ μεγαλόσωμοι: γι’ αυτό χρησιμοποιούσαν τους κοθόρνους, τα εντυπωσιακά παραγεμίσματα και τις ψηλές κομμώσεις. Ο άρχοντας διάλεγε τους πρωταγωνιστές, οι οποίοι του πρότειναν τους άλλους η. καθώς θεωρούνταν λειτουργοί μιας κοσμικής και θρησκευτικής τελετουργικής, αμείβονταν από την πολιτεία και είχαν τιμές και προνόμια· συχνά μάλιστα η πόλη τούς διόριζε πρέσβεις. Διάσημοι τραγικοί η. ήταν ο Θεσσαλός, o Νικόστρατος και ο Θεόδωρος, οι οποίοι διέπρεψαν και σε γυναικείους ρόλους. Αν για τους αρχαίους Έλληνες το θέατρο είχε τελετουργικό χαρακτήρα, για τους Ρωμαίους, αντίθετα, ήταν ένα μέσο διασκέδασης, και το κράτος μόνο με αυτή την έννοια ενδιαφερόταν γι’ αυτό. Οι η. (ludii, histriones) ήταν κοινωνικά άτιμοι (infames), στρατολογημένοι ανάμεσα στους δούλους και ιδιοκτησία του dominus gregis (θιασάρχη). Ο η. που τον αποδοκίμαζαν οι θεατές ήταν υποχρεωμένος να δεχτεί την ταπείνωση και να δείξει το πρόσωπό του χωρίς προσωπείο, ενώ κάθε του παράλειψη την τιμωρούσαν με το μαστίγιο. Μόνο προς τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους βρίσκουμε παραδείγματα η. που ανήκαν στην τάξη των απελεύθερων και είχαν αποκτήσει κοσμικό και πολιτικό κύρος. Από αυτούς φημισμένοι ήταν o Ρώσκιος και ο Αίσωπος. Κατά τον Μεσαίωνα το χριστιανικό δράμα γεννήθηκε από τη λειτουργία και η. ήταν ο ίδιος ο ιερέας που ντυνόταν με τροποποιημένα τα ιερά άμφια για να παραστήσει το πρόσωπο του δράματος. Όταν το δράμα μεταφέρθηκε στο προαύλιο της εκκλησίας και μετατράπηκε σε πραγματική ιερή παράσταση, οι μη κληρικοί έγιναν οι συμπτωματικοί ερμηνευτές του. Στις γιορτές και στις λιτανείες οργανώνονταν διάφορα θεάματα στα οποία συμμετείχαν οι πολίτες, που ως ερασιτέχνες ερμήνευαν τα διάφορα πρόσωπα του δράματος, και, όταν τελείωνε η γιορτή, επέστρεφαν στις συνηθισμένες τους ασχολίες. Μερικές φορές ο ερασιτέχνης η. –διαβλέποντας τη δυνατότητα να βελτιώσει τα οικονομικά του και να κάνει περιουσία– εγκατέλειπε την εργασία του και γινόταν επαγγελματίας η. (jongleur). Έβρισκε το κοινό του στις πλατείες και στις ταβέρνες, εγκατέλειπε τα ιερά κείμενα και προτιμούσε άλλα, πιο περιστασιακά και πιο διασκεδαστικά. Ο λόγος υποχωρούσε μπροστά στις κωμικές χειρονομίες και στους μορφασμούς, ενώ η θεαματική δεξιοτεχνία αποκτούσε πρωταρχική αξία. Έτσι, κατά τα μέσα του 16ου αι. εμφανίστηκαν οι Ιταλοί κωμικοί η. που είχαν τελειοποιηθεί στην τεχνική της μιμητικής, της φωνητικής, της χορογραφίας, της ακροβασίας και ήταν δεξιοτέχνες στους κωμικούς αυτοσχεδιασμούς. Από λίγες γραμμές κειμένου που είχε για αφετηρία, ο η. –ειδικευμένος σε έναν σταθερό τύπο ή προσωπείο– άρχισε να απαγγέλει αυτοσχεδιάζοντας. Και η γυναίκα άρχισε να κάνει τώρα την πρώτη της εμφάνιση στη σκηνή. Οι η. συνδέονταν με ένα είδος εταιρικού συμβολαίου, δημιουργώντας έτσι τις απαρχές του νεότερου θιάσου και ζούσαν από την τέχνη τους, ταξιδεύοντας πάνω σε αμάξια και δίνοντας παραστάσεις. Η ζωή τους δεν ήταν εύκολη·μοναδικό τους όνειρο ήταν η αξιοπρέπεια, η γαλήνη, μια σίγουρη κοινωνική κατάσταση. Η Εκκλησία δύσκολα τους ανεχόταν και δεν είχαν το δικαίωμα ούτε καν να ταφούν σε νεκροταφείο. Από τον καιρό όμως που η ηθοποιία έγινε επάγγελμα, άρχισε να παρουσιάζεται –πλάι στη νομαδική τάση– και μια τάση για μόνιμη διαμονή του θιάσου κοντά στην αυλή του άρχοντα. Το φαινόμενο αυτό αποτέλεσε τη βάση της παράδοσης για τον σύγχρονο η. Ο η., που βρήκε την ησυχία του στην αυλή του ηγεμόνα, φρόντιζε να τυποποιεί το παίξιμό του. Το παράδειγμα κομψότητας που είχε διαρκώς μπροστά στα μάτια του ήταν φυσικό να τον κάνει να έχει λεπτό γούστο, ενώ η σχετική οικονομική του ασφάλεια του επέτρεπε να μελετά. Οι η. της Κομέντια ντελ άρτε ταξίδευαν παντού στην Ευρώπη και γίνονταν οι ευνοούμενοι των μοναρχών: στη Γαλλία π.χ. εμφανίστηκε o μόνιμος (τον επιχορηγούσε το κράτος) θεσμός των η. του βασιλιά. Από τους διασημότερους η. ήταν: ο Σίλβιο Φιορίλο, ο πρώτος Φασουλής, ο Τιμπέριο Φιορίλι, ο λεγόμενος Σκαραμούς, ο οποίος υπήρξε δάσκαλος του Μολιέρου, η Ιζαμπέλα Αντρεΐνι, ο Ντομένικο Μπιανκολέλι, ο επονομαζόμενος Ντομινίκ, ο Νικολό Μπαρμπιέρι (λεγόμενος και Μπελτράμε), και, κατά τον 18ο αι., ο Αντόνιο Σάκι, ο περίφημος Τρουφαλντίνο. Ο Διαφωτισμός του 18ου αι. με τη νέα λογοτεχνία και τη θεατρική κριτική του (Γκολντόνι, Μπομαρσέ, Ντιντερό, Λέσινγκ) έδωσε το θανάσιμο χτύπημα στην Κομέντια ντελ άρτε. Η Γερμανίδα ηθοποιός Καρολίνε Νόιμπερ έγινε κήρυκας ενός θεάτρου του οποίου κύρια γνωρίσματα θεωρούνταν η ποίηση και η πνευματική καλλιέργεια. Ξεχωριστή θέση είχαν οι Άγγλοι η. –ιδίως o Γκάρικ– οι οποίοι συνέχισαν, εξευγενίζοντάς την, την ελισαβετιανή παράδοση που είχε δημιουργήσει περίφημους η. όπως τον Μπέρμπιτζ. Οι μεγάλες κοινωνικές μεταβολές του 19ου αι. έφεραν στο θέατρο ένα ευρύτερο κοινό. Ο η. βρέθηκε μπροστά σε ένα πλήθος που ήθελε να διασκεδάσει και να διδαχθεί. Από εκεί που βρισκόταν σε μια κατώτερη θέση, o η. έγινε για το νέο του κοινό θεματοφύλακας της πνευματικής καλλιέργειας και της κομψότητας που είχε αφομοιώσει στην αυλή ή στις περιοδείες του σε όλο τον κόσμο. Άρχισε να ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία στο απλό κοινό, να γίνεται ένα είδωλο, που το αγαπούν και το θαυμάζουν όχι για τα πρόσωπα του έργου που ερμήνευε αλλά γι’ αυτόν τον ίδιο. Έτσι, το πρόσωπο του έργου το επισκίασε η προσωπικότητα του η. ο οποίος, ερμηνεύοντας απλώς τον εαυτό του, προέδιδε την εργασία του συγγραφέα. Στις τρεις κύριες φάσεις του (ακαδημαϊκός κλασικισμός, ρομαντισμός, νατουραλισμός) το θέατρο του 19ου αι. δημιούργησε διάσημους η. όπως οι Ταλμά, Ρασέλ, Σάρα Μπερνάρ στη Γαλλία, Στσιέπκιν στη Ρωσία, Κιν, Ίρβινγκ, Έλεν Τέρι στην Αγγλία, Ερνέστο Ρόσι, Σαλβίνι και Ελεονόρα Ντούζε στην Ιταλία. Κατά την πρώτη πεντηκονταετία του 20ού αι. η εμφάνιση και η μονιμοποίηση του θεσμού του διευθυντή στην αρχή –και του σκηνοθέτη αργότερα– επανέφεραν τον η. στον ρόλο του ερμηνευτή. Η επέμβαση του κράτους και η διάδοση των μόνιμων θεάτρων απάλλαξαν τον η. από τη φτώχεια και τις υλικές και ηθικές αθλιότητες της νομαδικής ζωής. Εμφανίστηκαν εξάλλου συνδικάτα και ενώσεις με προορισμό την προστασία των δικαιωμάτων του επαγγέλματος, υπερασπίζοντας ειδικά τους η. δεύτερης σειράς, που άλλοτε ήταν στο έλεος των θεατρικών επιχειρηματιών. Και στον 20ό αι. παρουσιάστηκαν διάσημοι η.: στη Γαλλία ο Ζουβέ, ο Ντιλέν, ο Μπαρό, ο Βιλάρ, η Μαντλέν Ρενό, η Εντβίζ Φεγιέρ·στη Γερμανία ο Βέρνερ Κράους, ο Χάινριχ Γκεόργκε, o Γκουστάβ Γκρίντγκενς· στην Αγγλία ο Λόρενς Ολίβιε, ο Τσαρλς Λότον, η Βίβιαν Λι, ο Άλεκ Γκίνες, ο Τζον Γκίλγκουντ, ο Ραλφ Ρίτσαρντσον· στην Αμερική ο Τζον Μπάριμορ, η Κάθριν Κόρνελ, η Έλεν Χέις, η Κάθριν Χέμπορν, ο Μόρις Έβανς, ο Όρσον Γουελς· στην Ισπανία η Μαρία Γκερέρο κ.ά.· στην Ιταλία ο Ρουτζέρο Ρουτζέρι, η Έμα Γκραμάτικα, η Αντρεΐνα Πανιάνι, ο Βιτόριο Γκάσμαν, η Σάρα Φεράτι, ο Πάολο Στόπα, o Ντε Φίλιπο κ.ά. (Για τους Έλληνες η. βλ. τόμο Ελλάδα, Θέατρο.) Το φαινόμενο της ντίβας, που ήταν χαρακτηριστικό του 19ου αι., ξαναζεί σήμερα στην τηλεόραση και ιδιαίτερα στον κινηματογράφο. Για μεγάλες μάζες θεατών, άντρες και γυναίκες, γίνονται πρότυπα ντυσίματος, ερωτικής εκλογής, ομιλίας και χειρονομιών. Γύρω από ορισμένους η. δημιουργήθηκε ένας σωστός μύθος: Γκρέτα Γκάρμπο, Μαίρη Πίκφορντ, Ροδόλφο Βαλεντίνο, Μάρλεν Ντίτριχ, Τζέιμς Ντιν, Μέριλιν Μονρόε, Μπριζίτ Μπαρντό, Άβα Γκάρντνερ, Ρίτα Χέιγουορθ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Κλαρκ Γκέιμπλ, Πολ Μιούνι κ.ά. Η τέχνη του η. έχει αποτελέσει θέμα θεωρητικών μελετών και αισθητικών αντιγνωμιών, στις οποίες έλαβαν μέρος και φιλόσοφοι (από τον Αριστοτέλη μέχρι τον Χέγκελ και τον Κρότσε), καθώς και συγγραφείς και σκηνοθέτες του θεάτρου (από τον Ντιντερό και τον Λέσινγκ μέχρι τους Στανισλάφσκι, Ταΐροφ, Γκόρντον Κρέιγκ, Πιραντέλο, Μπρεχτ). Οι ηθοποιοί Ντ. Γουάσινγκτον και Χ. Μπέρι, οι οποίοι τιμήθηκαν με το βραβείο Όσκαρ, α’ ανδρικού και α’ γυναικείου ρόλου αντίστοιχα, τον Μάρτιο του 2002 (φωτ. ΑΠΕ). Η Γκρέτα Γκάρμπο υπήρξε για πολλά χρόνια η αδιαμφισβήτητη «ντίβα» του διεθνούς κινηματογράφου. Στη φωτογραφία, η ηθοποιός όπως εμφανίζεται στην ταινία «Άννα Καρένινα». Ο Βρετανός ηθοποιός Άντονι Χόπκινς, σε σκηνή από την κινηματογραφική ταινία «Hannibal» (φωτ. ΑΠΕ). Η συμμετοχή ενός ηθοποιού σε παραστάσεις αρχαίου δράματος αποτελεί καταξίωση της καλλιτεχνικής προσφοράς του· στη φωτογραφία, παράσταση του ΚΘΒΕ στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου με πρωταγωνιστή τον Κώστα Καζάκο (φωτ. ΑΠΕ). Πολύ σημαντικό μνημείο από το αρχαίο ελληνικό θέατρο είναι το ανάθημα των αρχαίων ηθοποιών στον Διόνυσο, αττικό ανάγλυφο που χρονολογείται γύρω στο 400 π.Χ. Βρέθηκε στον Πειραιά και έχει διαστάσεις 0,55 χ 0,93 μ. Εικονίζει τον Διόνυσο ξαπλωμένο, να κρατά ένα ρυτό και μία φιάλη, και τους ηθοποιούς με τη διονυσιακή στολή (χειριδωτό μακρύ χιτώνα και ζωσμένο πέπλο). Ηθοποιός σε πομπηιανή τοιχογραφία. Οι Ρωμαίοι στρατολογούσαν τους ηθοποιούς από τους δούλους. Μόνο στους ύστερους αυτοκρατορικούς χρόνους ορισμένοι από αυτούς απέκτησαν πλούτη και γόητρο.
* * *
-ό (AM ἠθοποιός, -όν)
νεοελλ.
1. το αρσ. και θηλ. ως ουσ. ο, η ηθοποιός
αυτός που έχει ως επάγγελμα το να υποδύεται στο θέατρο ή στον κινηματογράφο πρόσωπα δραμάτων ή κωμωδιών, μελοδραμάτων κ.λπ., εκφράζοντας τα διανοήματα, τα συναισθήματα και τον χαρακτήρα τους με τον λόγο ή με τη μιμική, ο θεατρικός υποκριτής, ο θεατρίνος
2. μτφ. αυτός που στην καθημερινή ζωή αρέσκεται σε θεατρινισμούς, ο θεατρίνος τής ζωής
αρχ.
1. (για πράγματα ή ενέργειες) αυτός που διαπλάσσει, που μορφώνει το ήθος, τον χαρακτήρα, ηθοπλαστικός
2. το ουδ. ως ουσ. τo ἠθοποιόν
η ηθοποιία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ήθος + -ποιος (< ποιώ), πρβλ. βροχο-ποιός, κακο-ποιός. Στη νέα ελλ. η σημασία τής λ. «εκείνος που διαπλάθει το ήθος» εξελίχθηκε στη σημ. «εκείνος που αναπαριστά το ήθος» και έτσι το ηθοποιός αντικατέστησε το αρχ. υποκριτής, που με τη σειρά του έλαβε στη νέα ελλ. άλλη σημ. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν τού Άγγ. Σ. Βλάχου].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἠθοποιός — forming character masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηθοποιός — ο, η 1. καλλιτέχνης που υποδύεται διάφορα πρόσωπα στο θέατρο και στον κινηματογράφο: Σωματείο ηθοποιών. 2. ανειλικρινής άνθρωπος, υποκριτής: Τέτοιος ηθοποιός που είσαι, πώς να πιστέψω ότι πραγματικά μετάνιωσες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ηθοποιός — [итопиос] ουσ. акт€р …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κωμικός — Ηθοποιός που ερμηνεύει κωμικούς ρόλους. Ενώ η τέχνη της πρόκλησης του γέλιου στο κοινό έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα, ο γνήσιος τύπος του κ., ολοκληρωμένος και με σαφώς καθορισμένο χαρακτήρα, συναντάται μόνο στον πιο ταιριαστό σε αυτόν… …   Dictionary of Greek

  • Γαληνέα, Νόνικα — Ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Από τις λαμπερές και μαζί πιο σεμνές παρουσίες κυρίως του θεάτρου και δευτερευόντως της τηλεόρασης και του κινηματογράφου, για πολλά χρόνια υπήρξε ζευγάρι στη ζωή και τη σκηνή με τον Αλέκο Αλεξανδράκη …   Dictionary of Greek

  • Σίσυφος, Αθανάσιος — Ηθοποιός, ο οποίος άκμασε στα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού θεάτρου (1824 1891). Είχε έμφυτη κλίση για το θέατρο, ανέβηκε δε για πρώτη φορά στη σκηνή το 1850. Το πρώτο πρόσωπο που υποδύθηκε ήταν του Κουτεντιάδη στον Αγαθόπουλο του Μολιέρου, που… …   Dictionary of Greek

  • ἠθοποιόν — ἠθοποιός forming character masc/fem acc sg ἠθοποιός forming character neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζεν-πρεμιέ — ηθοποιός κατάλληλος να παίζει ρόλους γοητευτικού νέου άνδρα, συνήθως εραστή. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. jeune premier] …   Dictionary of Greek

  • Παπαθανασίου, Ασπασία — Ηθοποιός. Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή στις αρχές της Κατοχής με τους θιάσους Μαρίκας Κοτοπούλη και Κατερίνας. Παράλληλα πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση στις γραμμές του EAM και διετέλεσε… …   Dictionary of Greek

  • Στεφάνου, Βασιλεία — Ηθοποιός (1875 1943). Πρωτοεμφανίστηκε το 1897 και διακρίθηκε ως τραγωδός. Όταν ιδρύθηκε το Εθνικό θέατρο, (τότε Βασιλικό), προσλήφθηκε ως πρωταγωνίστρια. Οι αξιολογότερες ερμηνείες της ήταν στην τραγωδία Μερόπη του Δ. Βερναρδάκη και στο Όνειρο… …   Dictionary of Greek